Κάποτε μάθαινες ότι έφυγε ένας άνθρωπος από ένα τηλεφώνημα, από έναν γείτονα, από μια κουβέντα που γινόταν χαμηλόφωνα.
Σήμερα μπορεί να το μάθεις σκρολάροντας στο Facebook. Ανάμεσα σε μια διαφήμιση για πίτσα και σε μια ανακοίνωση για κάποια εκδήλωση.
«Έφυγε από τη ζωή...»
Ακολουθεί ένα όνομα, μια ηλικία, πολλές φορές μια φωτογραφία. Κάτω από την ανάρτηση, συλλυπητήρια, λυπημένα εικονίδια και ένας αριθμός προβολών που μεγαλώνει.
Και κάπου εδώ έχω μια απορία.
Ποιος αποφάσισε ότι αυτός ο θάνατος είναι είδηση για μια ολόκληρη πόλη;
Στην Κοζάνη, όπως και σε κάθε επαρχιακή πόλη, οι άνθρωποι γνωρίζονται. Οι οικογένειες έχουν ιστορία, οι απώλειες αγγίζουν περισσότερους, τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα.
Υπάρχει όμως μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στην ανάγκη μιας κοινωνίας να αποχαιρετήσει έναν άνθρωπο και στην ανάγκη μιας ιστοσελίδας να δημοσιεύσει τον θάνατό του.
Ασφαλώς υπάρχουν περιπτώσεις με ουσιαστικό δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Ένα δυστύχημα που εγείρει ερωτήματα για τη δημόσια ασφάλεια. Ο θάνατος ενός προσώπου με σημαντική δημόσια παρουσία. Μια απώλεια που συνδέεται με γεγονότα που αφορούν την κοινωνία. Υπάρχουν ακόμη οι δημόσιοι αποχαιρετισμοί και οι ανακοινώσεις που επιλέγουν οι ίδιες οι οικογένειες.
Αυτές οι περιπτώσεις έχουν τη δική τους θέση στην ενημέρωση.
Ο θάνατος ενός ανθρώπου που έζησε μακριά από τη δημοσιότητα καταλήγει συχνά στην ίδια φόρμα. Τίτλος, φωτογραφία, ηλικία, λίγες προσωπικές λεπτομέρειες. Έτοιμη ανάρτηση.
Εδώ χρειάζεται κάτι παραπάνω από τη διαπίστωση πως «το έγραψαν κι άλλοι».
Το επιχείρημα ότι «όλοι θα το μάθουν έτσι κι αλλιώς» είναι μάλλον βολικό. Με την ίδια λογική θα μπορούσαμε να δημοσιεύουμε οτιδήποτε μαθαίνουμε για τον διπλανό μας.
Η δημοσιογραφία, όμως, απαιτεί επιλογές. Και ίσως η πιο δύσκολη επιλογή σήμερα να είναι εκείνη που κοστίζει λίγα παραπάνω κλικ.
Να αφήσεις μια είδηση έξω από τη σελίδα σου.
Το ζήτημα έχει απασχολήσει και τις δημοσιογραφικές ενώσεις.
Σε ανακοίνωσή του το 2020, το Συμβούλιο Τιμής και Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΜ-Θ επισήμανε ειδικά τις ευθύνες των ενημερωτικών ιστοσελίδων απέναντι στην ιδιωτική ζωή των πολιτών. Ζήτησε διακριτικότητα και ευαισθησία για τους ανθρώπους που πενθούν.
Στο άρθρο 2 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας της ΠΟΕΣΥ αναφέρεται ρητά η υποχρέωση σεβασμού στην αξιοπρέπεια, στην ιδιωτική ζωή και στους πολίτες που βρίσκονται σε κατάσταση πένθους.
Αυτή η πρόβλεψη αποκτά ιδιαίτερο βάρος στην καθημερινότητα της τοπικής ενημέρωσης, εκεί όπου ένα όνομα μπορεί να αντιστοιχεί στον γείτονα, στον συνάδελφο, στον άνθρωπο που συναντούσαμε κάθε πρωί.
Μια φωτογραφία μπορεί να έχει βρεθεί στο προσωπικό προφίλ του ανθρώπου που πέθανε. Το όνομά του μπορεί να υπάρχει ήδη σε ένα κηδειόχαρτο. Αυτό από μόνο του σημαίνει πολύ λίγα για το αν οι δικοί του άνθρωποι ήθελαν να το δουν και σε μια ειδησεογραφική ιστοσελίδα.
Η ανάρτηση, στο μεταξύ, μπορεί να μείνει εκεί για χρόνια. Να εμφανιστεί ξανά σε μια αναζήτηση, να κοινοποιηθεί μια άσχετη μέρα, να κυκλοφορεί πολύ μετά την κηδεία.
Το ζήτημα αφορά και εμάς που εργαζόμαστε στην ενημέρωση. Κάθε τέτοια δημοσίευση είναι δική μας επιλογή. Αν σκεφτόμαστε πρώτα πόσοι θα πατήσουν τον τίτλο και ύστερα ποιο είναι το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, κάτι έχει στραβώσει.
Τα κηδειόχαρτα υπάρχουν στις γειτονιές της Κοζάνης εδώ και δεκαετίες. Έχουν τον σκοπό τους. Μια ενημερωτική ιστοσελίδα, με τη δυνατότητα να φτάσει παντού και να κρατήσει μια πληροφορία για πάντα, καλείται να σκεφτεί λίγο περισσότερο.
Η ποιότητα ενός μέσου φαίνεται καμιά φορά και στις ειδήσεις που επιλέγει να αφήσει στην άκρη.
Οι θάνατοι θα συνεχίσουν να ανακοινώνονται, όπως πάντα συνέβαινε στην Κοζάνη. Το ζήτημα είναι τι κάνουμε εμείς οι δημοσιογράφοι με αυτή την πληροφορία. Αν ο μόνος λόγος για να ανέβει είναι ότι θα μαζέψει κλικ, ας το παραδεχτούμε τουλάχιστον στον εαυτό μας.
