Ο Νικόλας βγήκε στο μπαλκόνι με μια μπάλα αγκαλιά. Την είχε φουσκώσει ο πατέρας του το πρωί και τώρα την κρατούσε σαν να φοβόταν πως, αν την άφηνε κάτω, θα έχανε κι αυτή τον ενθουσιασμό της.
Στην απέναντι πολυκατοικία ήταν κλειστά τα παντζούρια. Στο παγκάκι καθόταν ένας κύριος με μια σακούλα ψώνια. Δύο αυτοκίνητα ήταν παρκαρισμένα εκεί όπου κάποτε, του είχε πει η μαμά του, έστηναν δυο πέτρες για τέρματα.
«Μαμά, πού είναι τα παιδιά;»
Η μητέρα του κοίταξε από το παράθυρο της κουζίνας. «Στα σπίτια τους, φαντάζομαι».
«Και γιατί δεν έρχονται;»
Η εύκολη απάντηση ήταν το κινητό. Οι κονσόλες. Τα βίντεο. Εκείνη όμως θυμήθηκε πόσες φορές είχε πει κι η ίδια «κάτσε μέσα, έχω δουλειές», πόσες φορές είχε κανονίσει το απόγευμα χωρίς να ρωτήσει τι θα ήθελε εκείνος.
Την άλλη μέρα συναντήθηκε με δύο γονείς έξω από το σχολείο. «Να βρεθούμε το Σάββατο στο παρκάκι;» πρότεινε. «Μια ώρα, να παίξουν τα παιδιά».
Ο ένας είχε δουλειά. Ο άλλος φοβόταν μήπως κάνει κρύο. Συμφώνησαν τελικά στις πέντε, αν ο καιρός το επέτρεπε.
Το Σάββατο ο Νικόλας πήγε πρώτος. Έβαλε την μπάλα κάτω και άρχισε να μετρά τις πλάκες. Σε λίγο ήρθαν η Άννα και ο Μάριος. Μετά δύο αδερφάκια που έμεναν στον επάνω δρόμο. Ένας πατέρας έμεινε στο παγκάκι και μια μαμά έφερε νερό και χαρτομάντιλα.
Δεν έγινε τίποτα σπουδαίο. Η μπάλα έφυγε δύο φορές πίσω από τα δέντρα, κάποιο παιδί θύμωσε επειδή έχασε, κι ένα άλλο αποφάσισε ότι το παιχνίδι ήταν βαρετό και πρότεινε κρυφτό.
Κάποια στιγμή ο Νικόλας στάθηκε στη μέση και κοίταξε γύρω του. Δεν κρατούσε πια τη μπάλα σαν πολύτιμο αντικείμενο. Την είχε ξεχάσει στο γρασίδι.
«Το άλλο Σάββατο πάλι;» ρώτησε.
Οι μεγάλοι κοιτάχτηκαν. Δεν είχαν υπολογίσει το άλλο Σάββατο. Είχαν οργανώσει μόνο μία ώρα για να κάνουν τα παιδιά να αφήσουν τις οθόνες.
«Ναι», είπε τελικά η μητέρα του. «Το άλλο Σάββατο πάλι».
Ο Νικόλας μπήκε το βράδυ στο σπίτι κουρασμένος. Άφησε τα παπούτσια δίπλα στην πόρτα, ήπιε νερό και έπεσε στο κρεβάτι. Το κινητό του πατέρα του φόρτιζε στο τραπέζι. Δεν το ζήτησε.
Αργότερα, πριν κοιμηθεί, ρώτησε κάτι ακόμη. «Λες να έρθουν και παιδιά από την πιο πάνω γειτονιά;»
Η μητέρα του χαμογέλασε. Για πρώτη φορά εδώ και καιρό το πρόβλημα δεν ήταν πώς θα τον απομακρύνει από μια οθόνη. Ήταν αν η γειτονιά θα χωρούσε όλους τους φίλους που ονειρευόταν.
Λογοτεχνική αφήγηση / Διήγημα