Στην παρέλαση όλοι ξέρουν πού να κοιτάξουν. Μπροστά. Εκεί που έρχεται η σημαία, εκεί που περπατούν τα παιδιά, εκεί που σηκώνονται τα κινητά για τη φωτογραφία.
Δοκίμασε μια φορά να κοιτάξεις λίγο πιο δίπλα.
Τον γονιό που κρατά ένα μπουφάν και προσπαθεί να διακρίνει το παιδί του μέσα στις σειρές. Τον εκπαιδευτικό που μετρά ξανά τους μαθητές πριν φτάσει η ώρα τους. Τον άνθρωπο που έστησε από νωρίς τα κιγκλιδώματα και εκείνον που θα μείνει όταν όλοι οι υπόλοιποι φύγουν.
Οι παρελάσεις έχουν τη δημόσια πλευρά τους, την επίσημη εικόνα. Έχουν όμως και μια δεύτερη, σχεδόν αθέατη, στην οποία δεν μετρούν οι προσφωνήσεις ούτε οι θέσεις στην εξέδρα. Μετρούν τα κορδόνια που δέθηκαν βιαστικά, το άγχος ενός παιδιού, η χαρά ενός παππού που ήρθε νωρίς για να πιάσει καλή θέση.
Κάθε επέτειος κουβαλά την ιστορία της. Οφείλουμε να την αντιμετωπίζουμε με σεβασμό, να γνωρίζουμε τι τιμούμε και γιατί. Αυτός ο σεβασμός αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν αφήνουμε χώρο και σε διαφορετικούς τρόπους συμμετοχής. Δεν αισθάνονται όλοι το ίδιο μπροστά σε μια παρέλαση και αυτή η συζήτηση έχει θέση σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Στην Κοζάνη, όπως σε κάθε πόλη, η ημέρα μιας επετείου ενώνει για λίγο ανθρώπους που την υπόλοιπη χρονιά σπάνια συναντιούνται. Μια χειραψία, μια κουβέντα στο πεζοδρόμιο, ένα παιδί που αναζητά στο πλήθος ένα γνώριμο πρόσωπο.
Οι φωτογραφίες θα δείξουν τις σειρές. Οι ανακοινώσεις θα καταγράψουν τους επισήμους. Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται και σε όσα δεν μπορούν να μπουν σε λεζάντα.
Όταν ακουστεί το τελευταίο τύμπανο και ο δρόμος επιστρέψει στην κανονική του κίνηση, μένει μία μικρή απορία. Αν μια πόλη μπορεί να συγκεντρωθεί τόσο εύκολα για να θυμηθεί το παρελθόν της, τι μπορεί να κάνει για να μοιραστεί καλύτερα το παρόν της;
Κείμενο γνώμης και παρατήρησης, όχι καταγραφή συγκεκριμένης παρέλασης ή συνέντευξης.